Articles
Τι είναι η ειδική φοβία;

Τι είναι ειδική φοβία στη κλινική ψυχολογία;
Ο φόβος είναι ένα από τα πιο πρωτόγονα συναισθήματα που έχουμε. Δεν είναι απλώς μια σκέψη, είναι μια βαθιά αποτυπωμένη αντίδραση, αποθηκευμένη σε εξειδικευμένες περιοχές του εγκεφάλου, κοινή σε όλα τα θηλαστικά. Και για καλό λόγο: μάς κρατά ζωντανούς.
Το πρόβλημα δεν είναι ο φόβος καθεαυτός. Είναι όταν αυτό το σύστημα αρχίζει να πυροδοτείται σε λάθος στιγμές, για λάθος λόγους.
Πότε ο φόβος γίνεται φοβία;
Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να φοβάσαι κάτι και στο να έχεις φοβία. Όταν κάποιος με ειδική φοβία έρχεται αντιμέτωπος με το ερέθισμα που τον τρομάζει (ένα ζώο, μια κατάσταση, ένα αντικείμενο) το άγχος δεν είναι απλώς έντονο. Είναι ακατάσχετο. Και το χειρότερο; Ακόμα κι όταν το ίδιο το άτομο ξέρει ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, ο φόβος δεν υποχωρεί.
Αυτή η αντίφαση, «ξέρω ότι δεν κινδυνεύω, αλλά πανικοβάλλομαι», είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ειδικής φοβίας, όπως την ορίζει το DSM-5.
Στην πράξη, η αντίδραση ακολουθεί συνήθως ένα συγκεκριμένο μοτίβο: το ερέθισμα αποφεύγεται όσο είναι δυνατόν. Όταν η αποφυγή δεν είναι εφικτή, το άγχος κλιμακώνεται γρήγορα και μπορεί να φτάσει σε κρίση πανικού. Για να τεθεί επίσημη διάγνωση, τα συμπτώματα πρέπει να επιμένουν για τουλάχιστον έξι μήνες.
Οι 5 κατηγορίες ειδικής φοβίας
Το DSM-5 διακρίνει πέντε βασικούς τύπους:
• Ζωοφοβία: φόβος για ζώα (π.χ. σκύλοι, φίδια, έντομα)
• Φοβίες φυσικού περιβάλλοντος: ύψος, καταιγίδες, νερό
• Φοβίες αίματος, ένεσης ή τραύματος: βελόνες, πληγές, ιατρικές επεμβάσεις
• Καταστασιακές φοβίες: αεροπλάνα, ασανσέρ, κλειστοί χώροι
• Άλλες φοβίες: π.χ. φόβος για εμετό, δυνατούς ήχους ή πνιγμό
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν επηρεάζουν όλες εξίσου την καθημερινότητα. Κάποιος με οφιδιοφοβία που ζει στην πόλη μπορεί να μην αντιμετωπίσει ποτέ το ερέθισμα στη ζωή του. Αντίθετα, ο φόβος για ασανσέρ ή αεροπλάνα μπορεί να δημιουργεί εμπόδια σχεδόν καθημερινά.
Μια ιδιαίτερη περίπτωση: φοβία αίματος και βελόνων
Η αιμοφοβία και η τρυπανοφοβία, δηλαδή ο φόβος για βελόνες, ενέσεις και αιχμηρά αντικείμενα, ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες φοβίες για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: μπορούν κυριολεκτικά να προκαλέσουν λιποθυμία.
Ενώ στις περισσότερες φοβίες ο οργανισμός ενεργοποιείται (αυξάνεται ο παλμός, ανεβαίνει η αδρεναλίνη), εδώ συμβαίνει το αντίθετο: ένα υπερβολικό αγγειακό αντανακλαστικό επιβραδύνει τον καρδιακό ρυθμό και ρίχνει την αρτηριακή πίεση, με αποτέλεσμα ο ασθενής να καταρρεύσει. Αφορά περίπου το 5% του γενικού πληθυσμού και συχνά οδηγεί σε αποφυγή ιατρικής φροντίδας, κάτι που μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για την υγεία.
Πόσο συχνή είναι;
Πολύ πιο συχνή απ’ ό,τι πολλοί πιστεύουν. Οι ειδικές φοβίες αφορούν περίπου το 13% των γυναικών και το 4% των ανδρών σε διάστημα 12 μηνών, με το συνολικό ποσοστό στον πληθυσμό να ξεπερνά το 10% σε όλες τις ηλικίες.
Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν μάλιστα ότι είναι από τις πιο διαδεδομένες ψυχολογικές διαταραχές, πιο συχνές από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ψυχιατρικής διαταραχής που έχει μελετηθεί συστηματικά.
Κλίμακες Μέτρησης Ειδικής Φοβίας
Πώς αξιολογείται η ειδική φοβία;
Η πιο αξιόπιστη μέθοδος αξιολόγησης είναι η δομημένη κλινική συνέντευξη. Παρόλα αυτά, είναι χρονοβόρα και απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό, οπότε δεν είναι πάντα εφαρμόσιμη, ειδικά όταν χρειάζεται μια γρήγορη πρώτη εκτίμηση.
Εδώ έρχονται τα ψυχομετρικά εργαλεία αυτοαναφοράς: οικονομικά, γρήγορα στη χορήγηση και αρκετά ευαίσθητα ώστε να αναδείξουν τόσο την ύπαρξη φοβιών όσο και το πλήρες φάσμα των συμπτωμάτων. Χρησιμοποιούνται συχνά παράλληλα με τη συνέντευξη, αλλά και για να παρακολουθείται η πρόοδος κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Τα πιο διαδεδομένα εργαλεία
Τα Phobia Questionnaire (PHQ) και Fear Questionnaire (FQ) είναι από τα πιο γνωστά και μετρούν τον βαθμό αποφυγής φοβικών ερεθισμάτων και δίνουν μια ξεκάθαρη εικόνα του πού βρίσκεται το άτομο.
Παλαιότερα, τα Fear Survey Schedule II και III ήταν ευρέως διαδεδομένα, τόσο σε ερευνητικό όσο και σε κλινικό επίπεδο. Κάλυπταν ένα πλατύ φάσμα ερεθισμάτων, από ζώα και φυσικά φαινόμενα έως πιο αφηρημένους παράγοντες όπως η κριτική, και το συνολικό σκορ έδινε μια γενική εκτίμηση του επιπέδου φόβου. Η αδυναμία τους; Δεν ήταν αρκετά ακριβή για να διαχωρίσουν ποιος πληροί τα κριτήρια ειδικής φοβίας και ποιος όχι.
Το Phobic Stimuli Response Scales που ακολούθησε εστίασε στη συναισθηματική αντίδραση απέναντι στο φοβικό ερέθισμα, αλλά δεν έλεγε τίποτα για τις επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή, ένα σημαντικό κενό.
Για να καλυφθεί αυτή ακριβώς η έλλειψη, αναπτύχθηκε το Specific Phobia Questionnaire (SPQ). Πρόκειται για ένα επικυρωμένο εργαλείο που αξιολογεί ευρύ φάσμα φοβιών και εξετάζει ταυτόχρονα κατά πόσο αυτές επηρεάζουν πραγματικά τη ζωή του ατόμου, κάνοντάς το από τα πιο ολοκληρωμένα διαθέσιμα μέσα αξιολόγησης.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Ausín, B., Muñoz, M., Castellanos, M. Á., & García, S. (2020). Prevalence and Characterization of Specific Phobia Disorder in People over 65 Years Old in a Madrid Community Sample (Spain) and its Relationship to Quality of Life. International Journal of Environmental Research and Public Health, 17(6), 1915. https://doi.org/10.3390/ijerph17061915
Begum, M. (2023). EMDR Therapy in Specific Phobia of Vomiting (SPOV). Journal of EMDR Practice and Research, 17(4), 239–249. https://doi.org/10.1891/emdr-2023-0010
Thng, C., Lim-Ashworth, N., Poh, B., & Lim, C. G. (2020). Recent developments in the intervention of specific phobia among adults: A rapid review. F1000Research, 9, 195. https://doi.org/10.12688/f1000research.20082.1
Zsido, A. N., Kiss, B. L., Basler, J., Birkas, B., & Coelho, C. M. (2023). Key factors behind various specific phobia subtypes. Scientific Reports, 13(1), 22281. https://doi.org/10.1038/s41598-023-49691-0
Ξεκινήστε Σήμερα